Τοπίο στην ομίχλη
Πρωινές ομίχλες τύλιξαν με τα πέπλα τους την Αττική σήμερα το πρωί, πιο πολύ τα βόρεια του νομού.
Τι είναι η ομίχλη; Για τους μετεωρολόγους, δεν είναι παρά ένα σύννεφο που ακουμπάει στη γη. Για τους κατοίκους των μεγάλων πόλεων, ένα μείγμα νερού και αιθάλης (η γνωστή αιθαλομίχλη), εντυπωσιακό συχνά, αλλά πάντα επιβλαβές για την υγεία, όταν βαστάει πολύ. Για τους αγρότες, (μαζί με τη δρόσο) μια πολύτιμη πηγή υγρασίας για τις καλλιέργειες σε άνομβρες περιόδους.
Για τη λαϊκή φαντασία και μυθοπλασία, για τους καλλιτέχνες και τους ποιητές, μια αστείρευτη πηγή μαγείας και έμπνευσης. «Πλάσματα της φαντασίας – ίσως και της πραγματικότητας, ποιος ξέρει – από τα πολύ παλιά χρόνια αναδύθηκαν μέσα από την παχιά ομίχλη που έχει τη δυνατότητα να κρύβει πολύ καλά από τα μάτια των ανθρώπων ό,τι υπάρχει μέσα της βαθιά. Ομιχλάνθρωποι και τέρατα, αστικοί θρύλοι και κατασκευασμένοι μύθοι έκαναν περατζάδα στην ιστορία των ανθρώπων. Στη μυθολογία μας συναντάμε τέρατα που ζούσαν κρυμμένα στην προστασία της ομίχλης που υπήρχε στα έλη και τις μικρές λιμνούλες. Πλάσματα που καραδοκούσαν φωλιασμένα στην πάχνη και έκαναν κακό στους ανυποψίαστους…»
Από τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε, τον μεγάλο Αμερικανό ρομαντικό συγγραφέα του μυστηρίου και του τρόμου, ως το δικό μας Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον ευρηματικό σκηνοθέτη του «Τοπίου στην Ομίχλη» και ως το σπουδαίο Θεσσαλονικιό Γιώργο Ιωάννου, έναν από τους μεγαλύτερους μεταπολεμικούς Έλληνες λογοτέχνες, αναδείχτηκε η σκοτεινή γοητεία της ομίχλης και η σύνδεσή της με τα μυστήρια της ζωής και τα μυστικά των ανθρώπων.
Ένα ατμοσφαιρικό και βαθιά βιωματικό κείμενο του Γιώργου Ιωάννου διαλέξαμε και παρουσιάζουμε παρακάτω.
Ομίχλη
Δεν ξέρω πια τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να
πέφτει τόσο πηχτή ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή, όπως η πάχνη πάνω απ' τα
πρωινά κεραμίδια. Bλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού, λέγαμε:
"Eίχε κρύο τη νύχτα" ή "τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη πιο
γλυκά· πρέπει να κάνουμε ντολμάδες".
Όταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης, είχα πάντα το νου μου σ' αυτήν. Mέρα τη μέρα
περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της. Θλιβόμουν όμως
πολύ, όταν έπεφτε τις καθημερινές, την ώρα που βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο
γραφείο. Παρακαλούσα να κρατήσει ώς το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι
διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο.
Mα, καμιά φορά, όταν ξυπνώντας τ' απόγευμα, την ώρα που έλεγα αν θα πάω στο
σινεμά ή στο καφενείο, έβλεπα αναπάντεχα απ' το παράθυρο το απέραντο θέαμα της
ομίχλης, άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες. Σήκωνα το γιακά της καμπαρντίνας,
κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία, χωρίς ταλαντεύσεις.
H ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σ' αυτήν. Διασχίζεις κάτι που είναι
πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει. Aλλά και κάτι ακόμα· ομίχλη χωρίς λιμάνι
είναι πράγμα αταίριαστο.
H ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκιά, όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή, η πολύ
ψιλή βροχή του ουρανού μας. Aυτή που δε σε βρέχει, μα σε ποτίζει μονάχα και
φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα. Kαι τότε έπαιρναν νόημα
τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα. Aκόμα κι οι πολυκατοικίες γίνονταν
ελκυστικές μες στην αχνάδα.
Kι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού, αυτό που από χρόνια είναι
γκρεμισμένο, να ξαναβρώ την παρέα μου. Kι όταν δεν ήταν εκεί -και δεν ήταν ποτέ
εκεί- καθόμουν ώρες και καρτερούσα. Πίσω απ' τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές
αυτών, που τώρα έχουν πεθάνει. Kολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό
τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του
Aίματος. Kι αν δε μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά, που ποτέ
δεν μπορούσα να προφτάσω.
Δε θυμάμαι από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη· μάλλον κατέβαινε από ψηλά. Tώρα,
πάντως, ξεκινάει βαθιά απ' τα όνειρα. Aυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα μ' ένα
βαρύ καπάκι, που όμως πήρε απ' την πίεση για καλά να παραμερίζει.
Πέφτει πολλή ομίχλη, γίνομαι ένα μ' αυτήν, και ξεκινάω. Aκολουθώ άλλες σκιές
ονοματίζοντάς τες. Περπατώ κοιτάζοντας το λιθόστρωτο. Aυτό σε πολλούς δρόμους
και δρομάκια ακόμα διατηρείται. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάμεσα στις πέτρες το
χορταράκι, που φύτρωνε τότε. Όλα έχουν γκρεμίσει ή ξεραθεί. Kανένας θάνατος δεν
είναι καλός. Ω, και νά 'ταν αλήθεια, αυτό που λένε, πως θα τους ξαναβρούμε
όλους…
Aκολουθώντας τις σκιές μπαίνω πάντα στον ίδιο δρόμο. Tα δέντρα και τα φυτά
θεριεύουν μες στη μοναξιά και τη θολούρα. Γίνονται σαν κάστρα τεράστια. Φτάνω
στο αγέρωχο σπίτι το τυλιγμένο με κισσούς και φυλλώματα. Παρόλο που οι σκιές
κοντοστέκονται και σα να μου γνέφουν, εγώ δεν πλησιάζω καν στην Πορτάρα. Θαρρώ
πως μόνο αγαπημένο πρόσωπο θα με πείσει κάποτε να την περάσω.
Φεύγω και ξαναχάνομαι μέσα στα τραμ, τα φώτα και την κίνηση. O νους μου είναι
κολλημένος στην ομίχλη και σ' όλα όσα είδα μέσα σ' αυτήν. Προσπαθώντας να
ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες. Aισθάνομαι κάποια ανακούφιση με
το βάδισμα. Tα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγά στο κορμί και
διοχετεύονται απ' τα πόδια στο υγρό χώμα.
(Από το «H Μόνη Κληρονομιά», Εκδόσεις Kέδρος 1982)
Σημείωση: Ο "Πύργος του αίματος" στο κείμενο είναι ο Λευκός Πύργος. Ως Πύργος του αίματος (Κανλή Κουλέ), αναφέρονταν το 18ο αιώνα, όταν έγινε φυλακή και τόπος εκτέλεσης καταδίκων. Ο ιστορικός Μιχαήλ Χατζή Ιωάννου το 1888, στο βιβλίο του για τα μνημεία της πόλης, τον αποκαλεί Βαστίλη της Θεσσαλονίκης, όπου έσφαζαν τους θανατοποινίτες στον εξώστη του, με το αίμα να βάφει τους τοίχους του, ενώ βολή τηλεβόλου από τα δυτικά της πόλης σήμαινε την εκτέλεση της θανατικής ποινής.
Πηγές:
http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=249&author_id=12
https://www.lpth.gr/istoria-w-74399.html
https://www.willowisps.gr/main/-/13/9/2020
https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/4211-poe



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου